φλόνος


φλόνος
ὁ, ΜΑ
βλ. φλόμος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φλόνος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλόνον — φλόνος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλονίτις — ίτιδος, ἡ, ΜΑ πιθ. άλλη ονομασία για τό φυτό ονωνίς ή όνοσμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φλόνος, άλλος τ. τού φλόμος + κατάλ. ῖτις (πρβλ. μηκων ῖτις)] …   Dictionary of Greek

  • φλόμος — ο, ΝΜΑ, και σφλόμος και φλώμος Ν, και φλῶμος Μ, και φλόνος και θηλ. φλόμος, ἡ, ΜΑ, και πλόμος Α κοινή σήμερα ονομασία ειδών φυτών τού γένους βερμπάσκο, αλλ. φλομόχορτο νεοελλ. 1. βοτ. κοινή ονομασία ειδών τού γένους φλομίς και ιδίως τού είδους… …   Dictionary of Greek

  • bhel-3, bhlē- —     bhel 3, bhlē     English meaning: to grow, spread, swell     Deutsche Übersetzung: “aufblasen, aufschwellen, sprudeln, strotzen”     Material: O.Ind. bhüṇ ḍ a n. “pot, pan, vessel” (*bhüln da?); after Thieme (ZDMG. 92, 47 f.) here Av.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.